Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Δέντρα




Φωτιά σιγοκαίει κάτω από τα
φύλλα γερασμένων δέντρων
καμιά ανησυχία.
Πλησιάζω δειλά να ρωτήσω
αυτή την ανυπαρξία φόβου
και μου γελούν τρανταχτά
ίσως λίγο ειρωνικά για την αμάθεια
Ε! Μικρέ  δεν ξέρεις ότι αυτή
είναι ο λυτρωτής μας είναι ο σπόρος
της νέας μας ζωής;
Γιατί θαρρείς δεν κουνιόμαστε από
την θέση μας η με ένα απλό βήμα
δεν την σβήνουμε;




Τσιγάρο και κρασί, μουσική
κόσμοι μαγικοί.
Θα ψάξω να βρω μια ιστορία
χωρίς τέλος

Μες την ομίχλη του καπνού χτίζω
κάστρο μια στιγμή, περνάει,
                     δες το!
Στις φυσαλίδες του κρασιού θα
φτιάξω θάλασσα την βλέπεις;
                     Ψηλά!
Μες την μουσική βάζω αέρα
λουλούδια οι νότες που πλανιούνται!

Ναι! Εδώ είσαι το βρήκες, κοίτα!





Όλος ο κόσμος ένα δωμάτιο 8Χ8
μα το όνειρο είναι μακρινό
η ανακάλυψη των ορίων του
φάρσα για ένα ξεπεσμένο ηθοποιό.

Μέρα νύχτα ένα ταξίδι
διαφορετικό, μια πλαστή ελευθερία
φτιαγμένη για έναν κύριο όπως αυτόν εδώ.






Μικρή πεταλούδα
χαρούμενα γεμάτη τρέλα
τρέχεις πάνω στον ουρανό
ανέμελα γεμάτη ζωή
γεμίζεις την ύπαρξη σου
χορεύοντας στις άκρες των λουλουδιών!

Δέντρα ανοίγουν την αγκαλιά τους
σου προσφέρουν το σπιτικό τους
για να διηγηθείς τις ιστορίες σου
από τοποθεσίες μακρινές
από κει που δεν φτάνουν τα κλαδιά τους!





Γκρεμίζω κόσμους είμαι καταστροφέας
παίρνω λίγη οργή από δω τσιμπώ λίγο
μισός από κει
Τι μου λείπει;
Φυσικά λίγο αγάπη ίσως και όχι
τέλος πάντων φτιάξτον όπως σε εσένα
αρέσει.
Μα με την αγάπη είμαι έτοιμος να
δημιουργήσω ένα κόσμο κατεστραμμένο
από τα γεννοφάσκια του, ναι είμαι
καταστροφέας μην το ξεχνάς!




Ελευθερία, θάρρος, αλήθεια
είσαι αρκετά γενναίος, αρκετά
ξύπνιος για να δεις ή για να ζησεις
ή μήπως τυφλωθείς μόλις ξυπνήσεις
από τον λήθαργο σου αντέχεις;
Αντέχεις μικρή καρδία που από
καιρό επιπλέεις στο σκοτάδι, αντέχεις
λίγο τόσο δα φως; Η προτιμάς το
δικό σου ταξίδι μέσα στο πλήθος;




Σε ένα κόσμο γεμάτο μίσος και ψέμα
ένα δάκρυ αγάπης είναι αρκετό για να διαλύσει
τα σύννεφα της ψευδαίσθησης που υπάρχουν στο μυαλό
να ανοίξει η καρδία να πλημμυρίσει ευωδία η πλάση
να αντέξει τον χλευασμό και την υποκρισία.




Και είμαστε εδώ κοιτώντας
             το σκοτάδι μέσα στο άπειρο.

Τα μάτια μας πλέον έχουν συνηθίσει
               αυτό το φως
Κάπου στην άκρη ακολουθάμε, να βρούμε,
μια σχισμή φως, να ξεπροβάλουμε, να εμφανιστούμε
έτσι άσχημοι, να λουστούμε, να ξεπλυθούμε από
την μυρωδιά αυτή που κατατρώει την ύπαρξή μας.




Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Μνήμες








Πώς να αντέξω το βάρος το γιγάντων
όταν τα βήματά μου δεν είναι σταθερά
παραπατάω και αυτοί χλευάζουν
περιμένουν τη βουτιά μου στο έδαφος
της γης ξαπλωμένο να με δουν,
πως άντεξα τόσο χρόνο αυτό το μαρτύριο…
πάνε οι μέρες όπου ελαφρύς πέταγα
ελεύθερα από πάνω τους ανέμελα
χωρίς σημασία προσπέρναγα,
δεν έβλεπα το φθόνο τους,
δεν με αφορούσε απλά πέταγα.
Απειλητικές κινήσεις δε λογάριαζα
έβλεπα ουρανό αυτό τα καθάριζε όλα.
αλλά αυτοί υπομονετικοί μέτραγαν
το κάθε βήμα την κάθε κίνηση για να
βρουν το ψεγάδι που θα με έριχνε
στα χέρια τους
                  Δεν με απασχολούσε.
Ώσπου μια μέρα δεν ήμουν ελαφρύς και
μπορούσαν να με πιάσουν από τότε
είμαι αναγκασμένος να τους ακούω.
Δεν κατάλαβα πως έγινε αυτό, ακόμα
αναρωτιέμαι τι το προκάλεσε. Θλίψη
μελαγχολία γέμισε η καρδία μου για το χαμένο
ουρανό, τόνοι δακρύων πότισαν την γη, ποτάμια
ξεχύθηκαν ορμητικά έτοιμα να με πνίξουν.

Μεσ’ το χαμό ψάχνω την δύναμη να
σηκωθώ να ελευθερωθώ από τα δεσμά τους
πριν χαθώ μαζί τους κάτω
                      από το γαλάζιο ουρανό.       





Θυμάσαι! Εκείνα τα χρόνια έχουν μείνει
στη μνήμη μου ανέμελα αληθινά.
Ριχνόμαστε μεσ’ τη φωτιά και όμως
τραγουδούσαμε στήναμε χορό δεν φοβόμασταν
οι φλόγες άγγιζανε τα μέτωπά μας
και εμείς αγέρωχα περήφανα
σηκωνόμαστε πιο ψηλά
δεν τρομάζαμε από το ύψος.
Ξιφομαχίες στα πέρατα του νου.
Πλαστικές εικόνες παραπλανούσαν
                                             τη ματιά μας        
και εμείς με ορμή χανόμασταν
                                        μέσα τους,
παλεύοντας για ελευθερία
δεν απασχολούσαν ούτε πείνα,
ούτε διψά μα πάνω από όλα,
ούτε σκέψη για δόξα και φήμη
οι εαυτοί μας ξεβράκωτοι
          δεν είχαν να χάσουν τίποτα
  δεν φοβόντουσαν!





κρυφός κόσμος κάτω από τα βλέφαρα
      των ματιών
ιστορίες παρανοϊκές από τον κλέφτη
      των αυτιών

Προσπαθείς να τρυπώσεις στο κόσμο
      των αισθήσεων
μονό όπλο το άγχος των δονήσεων





Μαύρα λαμπερά αστέρια
βρίσκονται στα νεκρά χέρια
στο πάτωμα ριγμένα συντρίμμια,
αμαρτίες λιωμένων ασθενών
μυρίζουν και ανακατεύονται
με μεγάλες δόσεις οινοπνευματώδη ποτών
τσιγάρα σβησμένα στον εγκέφαλο
καμένα χρόνια μικροαστών
μπαλωματιά σάρκινης ηδονής,
ξεπλένετε μέσα στα πλυντήρια
υπόγεια διαστροφής.




Απλές λέξεις ακρωτηριασμένες ψάχνουν θεραπευτή
να τις μαζέψει να τις κολλήσει με λίγη δόση
σαφήνειας, μόνες τρυγυρνάνε μέσα στο κελί
ζητούν διαφυγή.
Απελευθέρωση από την μίζερη ζωή
    ειρωνεία τραγική
κάθε έξοδο τους μια στιγμή και έπειτα
λησμονιά, λήθη, θάνατος .
άλλες πάλι εγκλωβίζονται
για πάντα πάνω σε ένα άσπρο χαρτί
από φυλακή σε φυλακή
μήπως και αυτές γίνουν τροφή για το μυαλό
ή για τον σκόρο που έχει εισχωρήσει εκεί.





Τελευταίο θρανίο, τρακάρισμα θανάτου
στην επόμενη στροφή, προσοχή.
Ληστεία τραπέζης, φόνος εκ προμελέτης
                                           διαστροφή
βιασμός ανηλίκου, θυσία παιδικής ψυχής
                                           θαλπωρή
θηλυκή φωνή, μανά εργατική
άνθρωπος, χαλασμένη μηχανή
έκρηξη μηχανοστασίου, αιματοβαμμένα χέρια
                                          προσβολή
εφτά μαχαίρια πάνω στο σώμα
ζωγραφική θανάτου
απελπισία κρατουμένου
                                  φυλακή





Ω φως του πρωινού
ήλιε παντοδύναμε
δώσε σοφία και ειρήνη
αγαλλίαση στα ανήσυχα πνεύματα μας

Κάψε το σκοτάδι
λύτρωσε τους μικρούς
απεσταλμένους σου πάνω στη γη
από το χάος του μαύρου κενού

χάρη ζητώ από σε
βοήθεια κραυγάζω
άκουσε με και δωσ’ μου
την συμβουλή σου

Σελήνη κυρία της νύχτας
μη μας προδώσεις άσε τις
ακτίνες σου να διαπεράσουν
το σκοτάδι του μυαλού μας

Ω φως εκλιπαρώ
και φόβος με καταπιάνει
Θάρρος ζητώ και ειρήνη
στο πνεύμα μου το λητό





Στην πάλη των ψευδαισθήσεων
στην σύγχυση των αισθήσεων

Μονοπάτια του μυαλού
ποιος τολμά να τα διαβεί
ποιος έχει το θάρρος να περπατήσει
στα σκοτεινά σοκάκια
χωρίς να σκοντάψει στις μικρές λακκούβες;
Ποιος θα ανοίξει την πόρτα των
στοιχειωμένων κατωγείων, την πόρτα
εγκαταλειμμένων στη φθορά του χρόνου
νευρικών κυττάρων;
Ποιος θα πατήσει το κουμπί της
ρολογιακής βόμβας να πλημμυρίσει
ενεργειακά αποθέματα το κουβούκλιο του;

Θέληση και θάρρος μικρέ δειλέ
ποτέ δεν ξέρεις το μονοπάτι σου
μέσα στο σκοτάδι.





Είμαι άνθρωπος γι’ αυτό φοβάμαι
γι’ αυτό γελάω γι’ αυτό κλαίω,
είμαι άνθρωπος γι’ αυτό δεν καταλαβαίνω
είμαι άνθρωπος γι’ αυτό στενοχωριέμαι,
ελπίζω, δειλιάζω, είμαι άνθρωπος γι’ αυτό
αναρωτιέμαι, σκέφτομαι, μιλάω και φαντάζομαι
είμαι άνθρωπος γι, αυτό ζω και γι’ αυτό πεθαίνω
και για άλλα πολλά ακόμη που μου λείπουν από
την συλλογή του ανθρώπου.





Με κυκλώνουν σκέψεις σκοτωμένες
άλλες μαύρες όμορφα φωτισμένες
ένα ποίημα μερικές γραμμές
ζωή να δώσω σε αυτό το λευκό
χαρτί που από καιρό μουντζουρώνω
χωρίς καμία βάση λογικής

μια λέξη κολλημένη στο μυαλό
κατατρώει την ύπαρξή μου
θέλω να τρέξω να κρυφτώ
να βρω μια βάση κάτι λογικό
λύτρωση από την χαμένη πια ζωή μου.





Τρέχω μέσα σε έρημους δρόμους
αριστερά και δεξιά μου μεσ’ την
μοναξιά τους στέκονται αγέρωχα
οι πολυκατοικίες, δεν ακούγονται πλέον φωνές
ανθρώπων, είμαι μόνος
ή μήπως γίναν αόρατοι
στα μάτια μου και στα αυτιά μου;
Ίσως να μετακόμισαν μακριά από την καρδιά μου.
Συνεχίζω μέσα στον φιδίσιο δρόμο να κοιτάω
τα σημάδια, πιστεύω κάπου θα οδηγούν
εκτός και το μυαλό μου με παραπλανά
με μια ψεύτικη διαύγεια.








Όμορφο όνειρο φεύγεις νωρίς
πετάς για άλλα τοπία
υφαντοστολισμένα καλά,
κρυμμένα στα βάθη του σκοταδιού,
άλλες φόρες πετάς ψηλά
αφήνοντας τον ήλιο να σε ζεστάνει
μόνο μια καλή συντροφιά ζητάς
να γεμίσει την ύπαρξη σου,
η αλήθεια είναι ότι δεν νοιάζεσαι
για το αύριο μόνο το τώρα

η στιγμή που λάμπεις είναι αρκετή!

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Συλλογή











Ονειρεύομαι ένα απόλυτο κενό
Ένα όραμα χωρίς τελειωμό
Ένα τίποτα για μένα να μπορέσω
Να φύγω από τον κόσμο αυτό.

Μια ευχή απελπισμένη
Χάνεται μέσα στο εγώ
Μακάρι να μπορούσα να είμαι…
Σε μια κοινωνία απάνθρωπη…
Ποιος είναι;

Ο φόβος παντού κυριαρχεί
Ένα ατέλειωτο λάθος μες την σιωπή
Δεν μιλάει κάνεις…
Να έχεις πάντα θαρρείς
Κι όμως ο φόβος κυριαρχεί
Γιατί και πάλι δεν είσαι εσύ.

Μόνο η αγάπη στέκεται εκεί
Απλώνει τα χέρια δεν ξέρεις γιατί
Η απάντηση όμως είναι εδώ
Τίποτα άλλο από ένα σ’ αγαπώ!

Μια λέξη πολύ δυνατή
Δεν λέγεται εύκολα, δεν ξέρω γιατί
Προσπαθώ όμως να ανταποκριθώ
Η αγάπη δεν είμαι εγώ!






Κοντά σε μας είναι η χαρά
Και συ έχεις φύγει μακριά
Μην το κάνεις σε παρακαλώ
Έλα πάλι στο στέκι αυτό.

Έλα να θυμηθούμε τα παλιά
Να γίνουμε παρέα καλή, γέλια πολλά
Μην το αρνηθείς σε προκαλώ
Γιατί φοβάσαι το στέκι αυτό;

Το ξέρω περάσαμε ωραία
Τα ποτήρια, μας έκαναν παρέα,
Στην ομίχλη του τσιγάρου
Τίποτα δεν μπορώ να πω (για σένα)
Μονό λύπη, μονό το στέκι αυτό.

Φίλε φύγε από το τώρα έλα στο χτες
Δεν είσαι μακριά, δεν έφυγες
Ξέχνα την λύπη μπες στη χαρά
Στο στέκι αυτό όλα τα καις!






Βράδυ απόλυτη σιγή, σιωπή
Ο ήχος της κιθάρας ακούγεται σαν κραυγή
Κραυγή θανάτου σε προσκαλεί
Έλα στο πάρτυ μας και εσύ.

Εΐ! Γιατί μένεις εκεί
Ο ήχος της κιθάρας εσένα καλεί!
Παράφωνα ο θάνατος προσμένει…
Ένα παιδί, ακούει την κραυγή.

Έρχεται προς τα εδώ, κοιτάζει δειλά
Και μας ρωτάει ψιθυριστά
Ποιον ήχο του μυαλού σας,
Ποια ελπίδα σκοτώνετε πάλι;
Γιατί ο ήχος της κιθάρας βοήθεια κραυγάζει;

Κλείσε τα μάτια σου!
Άρχισε να ονειρεύεσαι!
Δεν είναι ο θάνατος που σε καλεί
Κοιτά το όραμα, νιώσε την άγνωστη δύναμη
Αυτό είναι ένα όνειρο, κάλεσε μας!

Ο κόσμος του πόνου μας περιμένει!





Ξέφρενες φωνές ταξιδεύουν
Σε ένα κόσμο που δεν ακούει
Ατέλειωτες ματιές ατενίζουν
Χωρίς πραγματικά να βλέπουν

Θλίψη χαραγμένη παντού
Άπειρα πρόσωπα , χαμένα στο πουθενά
         Δεν υπάρχει διέξοδος…
Και η χαρά ξεψυχάει καθώς ο εκλεκτός
Γονατίζει και δίνει τη ψυχή του
Σε ένα κόσμο χωρίς μέλλον!

Η μέρα της κρίσης πλησιάζει
Ο άνθρωπος πνίγεται στην φωτιά,
    Ψάχνει απεγνωσμένα
              Τη λύση του μυστηρίου
Το τέλος είναι εδώ ένα ψέμα ή μια αλήθεια;

Κανείς δεν αισθάνεται
                 Κάνεις δεν ξέρει!

Ωστόσο περιμένουν ατενίζοντας τα αστέρια
Πως η ελπίδα θα υπάρχει για πάντα
Η χαρά θα ανατείλει μέσα από τα δάκρυα.





Κατεστραμμένος κόσμος
Προσπαθεί να σωθεί
Ατέλειωτες φάτσες
Με μια ελπίδα κρυφή

Σπασμένα γυαλιά τα όνειρα τους
Πνίγονται μέσα στην κάρδια τους
Δεν υπάρχει κανείς να αντισταθεί
Μόνο το ψέμα μες την λάσπη κυριαρχεί.

Κομματιασμένα κορμιά
Ακολουθούν την μοίρα πιστά
Γι’ αυτούς δεν υπάρχει ελευθερία
(μόνο νόμοι μες την αυθαιρεσία)

Κάποιος ατενίζει τον ουρανό
Βλέπει τους γαλαξίες να μάχονται
Ένα ρίγος το κορμί του διαπερνά
Όλα στο μυαλό του αλλάζουν
Όλα αλλάζουν ξαφνικά
Ένας πόλεμος μέσα του ξυπνά…






Ένα γραμμένο θρανίο η ζωή
Ένα ακίνητο πράγμα χωρίς ψυχή
Λέξεις παντού να σε οδηγούν
Να γράφουν επάνω την διαταγή
Να ακουλουθάς χωρίς πνοή

Πατούν επάνω σου κάθε είδος τρελοί
Σαπισμένα κορμιά και ψαγμένοι δειλοί
Να ακούς γέλια θλιμμένα ,
Να αισθάνεσαι δάκρυα πνιγμένα…




Μια ιστορία χωρίς ιστορία
Κρυμμένα μυστικά μέσα στο χρόνο
Όλοι ξέρουν κανείς δεν μιλάει
Μόνο η λάσπη κρύβει τον πόνο.

Γενιές μεγαλώνουν μες το ψέμα
Η αλήθεια ποτέ δεν θα φάνει
Κρύβεται καλά μες το αίμα!





Φωνή αλλόκοτη ξεχασμένη στο χώρο
Ψάχνει καταφύγιο, ελπίδα καμιά
Ένας πόλεμος μια μάχη χωρίς τέλος
Μια προσπάθεια να αναδυθεί ξανά!





Ίσως δεν υπάρχει πια εδώ
Μια ελευθερία να σου δώσει φτερά
Ίσως έχει φύγει μακριά
Στο κενό να χάθηκε ξανά.

Ίσως ψάξω να την βρω
Μια βουτιά μες’ το μαύρο κενό
Η ελπίδα να φάνει ξανά
Ίσως μου ξαναδώσει φτερά.

Τρέχω σε ένα δρόμο που δεν τελειώνει
Τα παπούτσια μου γίνονται αόρατη σκόνη
Έχω κουραστεί να ψάξω ξανά
Μια ελευθερία να μου δώσει φτερά!

Ένα λάθος μονό να κάνεις
Την ελευθερία για πάντα χάνεις
Δεν θα ξαναρθεί να σε βρει
Μην κάνεις άλλη υπομονή,

Ίσως δεν υπάρχει πια επιστροφή…

Πάλεψε μόνος να δώσεις ζωή
Σε ένα κόσμο που δεν ξέρει «γιατί»
Ίσως τους ξυπνήσεις ένα πρωί
Ένα αύριο καλύτερο φανεί.

Ίσως, ίσως δεν υπάρχει πια επιστροφή!





Ένα δωμάτιο μέσα στη νύχτα
Ανάβει το φως
Κάποιος (είναι) μοναχός
Ακτινοβολεί την πίκρα.

Το ραδιόφωνο παίζει χαμηλά
σκοτώνει τη σιωπή
τη σιωπή του χαμένου μυαλού
Που ταξιδεύει στα βάθη του ωκεανού.

Οπτασίες καθημερινές
όλοι ζούμε μέσα σε αυτές
φεύγουμε ερχόμαστε
στο δωμάτιο στη φυλακή μας
πάλι εδώ κλεινόμαστε!

ένα χαμόγελο στο σκοτάδι
θα δίνε ελπίδα να σταθεί
αυτό το σώμα θέλει πνοή
μόνο μια ελπίδα ας φάνει.

Ας ακούσει κάποιος τις κραυγές
               της ψυχής του!
Υπάρχει κάποιος να ακούσει
      το φόβο της σιωπής του;

Μάτια που κλαίνε στον ουρανό
   φεγγοβολούν παράπονο
     Θέλει να ζήσει
Ποιος όμως θα τον ξυπνήσει!





Όταν η νύχτα πέφτει
μόνο το όνειρο φαίνεται
σαν σκιά στον ουρανό.
Αποτύπωμα του κλεφτή…

Θέλω δύναμη να σταθώ
Κάθε βήμα με φέρνει κοντά
(Κοντά) στο απόλυτο κενό.
Μόνο η σκέψη αναζητά…

Ταξιδεύοντας στον ορίζοντα
βλέπω χέρια ματωμένα,
κεφάλια σκυμμένα,
ιδέες, σκέψεις αλλοτριωμένες.

Θα πολεμήσω σκληρά
προσπαθώ να καταλάβω
ένα κόσμο ξένο,
αλλοτριωμένο από λεφτά.

Το όνειρο τελειώνει
εδώ όμως υπάρχω
αντιμετωπίζω την πραγματικότητα
κάθε μέρα με σκοτώνει.





Τι είναι αυτό που μας καίει
να αμφισβητούμε τα πάντα;

Η ιστορία, ο χρόνος, τα νιάτα
το τέλος ή η αρχή;

Ας ξεχάσουμε την ιστορία
να σταματήσουμε τους δείκτες.

Ίσως έτσι μείνουμε νέοι σοφοί

Να αμφισβητούμε τα πάντα
και νέους και σοφούς.

Ποιο τέλος ποια αρχή;
Γνωστό και το τέλος και η αρχή,

μα η διαδρομή άγνωστη είναι…
  Η αμφισβήτηση…

…αυτή που μας κρατάει στη ζωή.






Εγκλωβισμένος στη φυσική φυλακή
ηλιαχτίδες φωτός παρασέρνουν το σκοτάδι
πολεμούν για να το κατακτήσουν μάταια
δεν πεθαίνει, φεύγει και έρχεται.

Πιο δυνατό από τον ήλιο, κυριαρχεί.
Ήχοι απόκοσμοι σκίζουν τον μουχλιασμένο
αέρα, δεν αντιστέκεται τίποτα στο πέρασμα τους.
Οι τοίχοι σαπίζουν παραδίνονται στην

υγρασία, ένα αφιλόξενο, ερειπωμένο,
καταραμένο σαπισμένο κενό, σε μια
φυλακή χωρίς τοίχους από τσιμέντο
και όμως είναι φυλακή!

Πιο πολύ απόκοσμη από την κανονική,
σε τρελαίνει και δεν παλεύεις ποτέ
σου ψιθυρίζει στο αυτί και συ λες ναι.
Δεν αντιστέκεσαι σαν ναρκωτικό τη δέχεσαι.

Πίνει και τρώει από εσένα
της δίνεις ζωή και σε σκοτώνει
μέρα με την μέρα γίνεται δυνατότερη
κυριαρχεί πάνω σου και σε σκλαβώνει!






Βλέπω, τι ωραία αίσθηση!
Τι βλέπω; Μια αυτοκρατορία
με καλεί να την αγκαλιάσω.
Παραίσθηση; Ίσως ψευδαίσθηση…

Ψάχνω να την βρω, μια άβυσσος ,
όλα μαύρα, είμαι κοντά
απλώνω τα χεριά ματώνουν,
ανοίγω τα μάτια, τυφλώνουν!

Παντού καταστροφή, σιγή,
φως φανερώνει την νεκρική
σιωπή, την υποταγή.
Σε μιαν άκρη μια γροθιά σφικτή…




Δεν ξέρω άμα θα σηκωθώ.
Δεν θυμάμαι ποτέ έζησα.
Δεν θέλω να αποσυρθώ
θέλω να ξεφύγω στο «έζησα».

Αλήθεια μες το εγώ σου
ξανασκέψου καλά πριν…
…πριν πεις κάτι αληθινό
ένα δίλημμα είναι σημαντικό

Μη ξεχάσεις ποτέ αυτό
αποφάσισε το σίγουρο σωστό.
Μην αποπλανηθείς από εικόνες
μην είσαι σίγουρος για το σωστό…





Μεσ’ την καταχνιά του πρωινού λάμπει
                το πρόσωπο σου
στην ομίχλη της νύχτας ακτινοβολεί
                 ο εαυτός σου

Το φεγγάρι σαν πέπλο σκεπάζει
                το κορμί σου
αστέρια τρεμοπαίζουν σπάζοντας
                την σιωπή σου

Ο ύπνος απλώνει τα φτερά του
                στο νου σου
ο θεός των ονείρων ταξιδεύει
                μαζί σου

Σε θάλασσες και Ωκεανούς
μέρη που δεν βάζει ο νους!

Χάνεσαι στα σύννεφα φεύγεις
                μακριά
όπως έφευγες μια ζωή έτσι
                απλά

Κάποιος κρύβει την θλίψη και
              ακολουθεί
ένα αστέρι στον ουρανό ψάχνει
              να βρει

Αυτό που θα του δώσει ζωή
              μια πνοή
κάτω στη γη μια λάμψη σαν
              αστραπή

Θαμπώνει το φως θολώνει την
               όραση
αρχίζει περιπλάνηση ψάχνει
           μια όαση…





κοίτα ψηλά φωτίζει
φωτίζει ξανά…
              μια ελπίδα…
ούτε γιορτή ούτε χαρά

ήχος παράξενος τρομάζει τον χρόνο
φωνή που ουρλιάζει μες’ τη σιωπή
«κουφάλες ξυπνάτε και πάρτε τα όπλα»
εξέργεση είναι και μοιάζει γιορτή!





Η θάλασσα γαλήνια
ο ουρανός καθαρός
το δασός πυκνό
περιμένουν…
Την τρικυμιά
        την καταιγίδα
                  την φωτιά
Το «περιμένουν» τι περιμένει;
            Τον ερχομό.





   Ταξιδεύοντας ολομόναχος σε ένα σάπιο
καράβι μες’ του αιγαίου τα κύματα, το βλέμμα
μου κινείται ανήσυχα μέσα στο χώρο. Ψάχνει
από κάπου να πιαστεί, μην είναι σίγουρο ότι
θέλει αυτό, συνεχίζει την περιπλάνηση του με
μια πελώρια κούραση.
   Ένα ραδιόφωνο δίνει τουλάχιστον στο αυτί
ένα σημείο προσέγγισης, έστω και από μια
απόσταση είναι κάτι ευχάριστο, σπάζοντας
τον μανδύα της μοναξιάς.
   Άνθρωποι περιφέρονται από δω και από κει
δημιουργώντας μια κουραστική κίνηση χωρίς
κανένα ενδιαφέρον για το αλλοιωμένο μάτι μου.
   Κοιτάζοντας παρόλα αυτά μια όμορφη παρου-
σία στην μονοτονία της κίνησης να πλησιάζει στο
σημείο μηδέν του ματιού, από αυτό που ξεκινούν
ή που τελειώνουν οι μορφές, μου ζητεί αναπτή-
ρα, αφού ξαφνικά οι ματιές μας είχαν ενωθεί
σαν ένα ευθύγραμμο τμήμα με αρχή και τέλος.
  Κατά περίεργο τρόπο τον έδωσα με απάθεια
μη κάνοντας καμία σκέψη.
  Εξαφανίστηκε από το σημείο μηδέν.





Εδώ κάθομαι με τους εφιάλτες
να με κυκλώνουν.
Αλλοιωμένος από μορφές σιχαμερών
αλλόκοτων ονείρων,
ο ύπνος μου ποτέ δεν θα είναι ξανά ο ίδιος
δεν καταδέχεται την συντρόφια του σώματος μου

           Δεν πειράζει!
Προτιμώ να μείνω έξω από τον ύπνο
θέλω να δω με τα μάτια ανοιχτά την
προστυχιά της πουτάνας ζωής την
παραφροσύνη, την αηδία της αμετάβλητης
(της) πραγματικότητας.





Τι είμαστε;
     Ποτέ θα ξεφύγουμε από δω;
              Που πάμε; 

Ποτέ ερχόμαστε;
             Τι θέλουμε;
                     Πως ζούμε;

Τα όνειρα μας;
             Τι είναι όνειρο;
                      Τι είναι ο πόνος;

Ποια ευτυχία;
     Ποια αλήθεια μας δυναστεύει;
                       Σε ποιο χρόνο;

Ποιο τόπο;
             Υπάρχουμε;
                           Πιο ψέμα;

Μας δημιουργούν;





Μια νέα αρχή το θρόισμα των
φύλλων, το κελάηδισμα του πουλιού.
Τόσα χρόνια, τέχνης έργα σελίδα 30,
χαμένα ξεχασμένα στην λήθη.






Περπατώ στο μονοπάτι του δάσους
με το κεφάλι σκυφτό
Προσπαθώ να βρω τον αληθινό
εαυτό.

Σήκωσε το βλέμμα, μια φωνή
συμβουλεύει τραγουδιστά!
Ήχος παράξενος μελωδικός μα
παράλληλα κάπως γνωστός…

Τρέχω ελεύθερος στις πλαγιές
                                   του βουνού
Κυνηγώ σύννεφα, φιγούρες, που υπάρχουν
                                                           στο νου
Κάνω κύκλους μάταια προσπαθώ να βρω
                                                           την αρχή
Το τέλος βρίσκεται πάντα μπροστά
                                                   μα την οργή!

Έκθαμβος αναπολώ τον εκτροχιασμό
το πέρασμα σε άλλο τόπο ονειρικό!
Ψάχνω βαθιά στα άδυτα του μυαλού
να βρω απαντήσεις, ελπίδα, την πόρτα του εαυτού





Στροβιλίζομαι από την μια άκρη στην άλλη
σαν μια μικρή σακούλα μέσα στο γαλάζιο
απέραντο πυθμένα του ουρανού

Στροβιλίζομαι από την μια άκρη στην άλλη
σαν ένα μικρό ινδιάνικο μαχαίρι
στα χέρια ενός συνεπαρμένου μάγου γιατρού





Πιόνι ασπρόμαυρο πάνω
σε ασπρόμαυρα
τετράγωνα σκακιέρας
σε ένα τραπέζι ασπρόμαυρο
μέσα σένα δωμάτιο ασπρόμαυρο
με θεά ασπρόμαυρα βουνά
προσμένει μια ασπρόμαυρη μορφή
που ατενίζει τον ασπρόμαυρο ουρανό...

Να του δώσει διαταγή για την
                              μοιραία κίνηση…
Το αγκάλιασμα του θανάτου είναι
                           δίπλα του υπομονετικό…
Θυσία για τον επόμενο, λύτρωση γι αυτόν,
για να καταστραφεί αλλάξει να μην υπάρξει
ξανά το ασπρόμαυρο κενό.






Νύχτα σε παρακαλώ

πες μου κάτι όμορφο
θέλω να κοιμηθώ
μη με κάνεις μοναχικό…
κάτι απαλό ήσυχο

Νύχτα σε παρακαλώ

πόσο ωραία η μελωδία σου
την ακούω και νοσταλγώ
μικρές χάρες κάτι κακό…
σε παρακαλώ να κοιμηθώ!






Εκρηκτικό μίγμα τρέλας ξεδιπλώνεται
ήσυχο ήρεμο, με μελώδια
απαντά στο θόρυβο της έκρηξης.
Αδράνεια!

Πέφτουμε πέφτουμε βαθιά
ανεβαίνουμε ανεβαίνουμε ψηλά
δεν υπάρχει φως πουθενά
είδωλα, μονό είδωλα τυφλά

Τα μάτια μου έχουν μαύρη σκόνη
δεν βλέπω παρά είδωλα στον καθρέφτη
νύχτα μέρα, μέρα νύχτα απειλές,
μοναξιά.





Δεν αντέχω άλλη αθλιότητα
παρανοϊκός στο παραθύρι μου
εκλιπαρεί, να το χέρι απλωμένο
λίγη δόση ευτυχίας

Του κάνω νόημα φύγε
δεν θέλω άλλο αγάπη.
Μέσα στον καθρέφτη μου
είναι εδώ διπλά η παρουσία.

Σιωπηλά γεμάτος αδράνεια
του κουνώ το μαντήλι, δακρυσμένος.






Αγάπη μου μέσα από τα βάθη
της καρδιάς ξεπροβάλλεις
Αιθέρια ύπαρξη λαμπερή γαλήνια!

Η κάθε μου ανάσα είναι ο αέρας
που χαϊδεύει τα μαλλιά σου!

Η αγκαλιά μας είναι η φώλια
που θα καταφύγει το είναι μας!

Στο ιερό φιλί μας θα συσσωρεύετε
η δύναμη της ύπαρξης μας!

Εδώ… Λίγο πιο πέρα στο κόσμο
των ονείρων θα ταξιδεύουμε…
για πάντα μαζί!

Σ’ αγαπώ!







Λευκό δωμάτιο
         τι σκέψεις εγκλωβίζεις;

Ευθεία γραμμή τα πλακάκια
στοιχισμένα στο πάτωμα

Ευθεία γραμμή οι μορφές
που περπατούν πάνω τους

Ευθεία γραμμή οι νότες
πάνω στο πεντάγραμμο

Ευθεία γραμμή το βλέμμα
στον απέναντι τοίχο

Υπάρχει κύκλος σε μια ευθεία γραμμή.
Η ψευδαίσθηση πρέπει να φανερωθεί

Ευθεία γραμμή σταματά να υφίσταται
όταν ενωθεί το σημείο του τέλους
γίνει η Αρχή.







Κρυμμένος στο σκοτάδι της ερήμου
ατενίζει το φως των αστεριών

Το λύκο, το λέοντα, το δράκοντα
να πλέουν μεσ’το άπειρο συμπάν

Τόνοι χρυσής άμμου σκεπάζουν την μοναξιά του
με ένα πέπλο απέραντης γαλήνης.

Πάντα ήθελε να είναι μόνος του
και να! Τώρα που εκλιπαρεί για
τόση δα επικοινωνία!

Οι αλαβάστρινες κόρες των ματιών
        πλημμυρίζουν φωτιά
ελαφρύς αέρας διαπερνά τα λυτά μαλλιά
και το σώμα του ανατρίχιασε από δροσιά,
σαν οι κόκκοι της άμμου να ήταν στάλες βροχής!

Μπροστά του τώρα χορεύουν
μαύρες λαμπερές μορφές
«Δεν είμαι πια μόνος» σκέφτηκε
και αναμείχτηκε στα χρώματα
μαζί με τις σκιές!
.






Ιδέες περιπλανιούνται στο κεφάλι μου,
άναρχες εκτοξεύονται στο απέραντο κενό
χωρίς κανένα νόημα,
προδίδουν την παρουσία μου σε αυτό
εδώ το κελί.
Ένοχες, άρρωστες, όμορφες
περίπλοκα δομημένες.
Γεμίζουν την ύπαρξη τους, την καθημερινότητα
τους με μια ανούσια ασχολία…
Ελκύονται για να βρουν τροφή
να κατασπαράξουν
σαν πεινασμένα σκυλιά τα απόβλητα
του μυαλού μου.





Στοιχ(ει)ακια μερικών γραμμών
γεννήθηκαν καταϊδρωμένα από
το κουρασμένο μου μυαλό
για μια μικρή δόση χαράς
στιγμή ευτυχίας στο άγνωστο
ανα-γνωστικό κοινό.






Στην κόλαση των ανθρώπων
δολοφονούμαι το παιδί
που υπάρχει μέσα μας.
Αυτό το αθώο βλέμμα το
καθαρό που μπορεί να αγγίξει
το φως, χωρίς να τυφλωθεί,
να βρει την γαληνή μέσα
από το σκοτάδι της φυλακής





Μεσ’τη παραμυθένια ομίχλη
το πρόσωπο σου μοιάζει αληθινό.
Σίγουρα τα δέντρα έχουν πλέξει τα μαλλιά
σου με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο!

Τα μάτια σου θάλασσα βαθιά
        αχνοφένεσαι!

Το πέταγμά σου πάνω από το κάστρο
   του πόνου είναι σταθερό
       Αιωρείσαι!

Η κίνηση σου, τραγούδι του αέρα
απομακρύνεται από το βάθος της καρδιάς σου
για να βρει καταφύγιο στην κάρδια
αυτών που πονούν.

Στα παιδικά χέρια άρχεσαι και ξαποσταίνεις
        χαρά αναβλύζεις!

Το παιχνίδι σου ποίημα,
τρυπά το μυαλό των κουρασμένων ανθρώπων
(τους) δίνει πνοή να σηκωθούν αγκαλιάζοντας
την ομίχλη τους.





Καίω! Φωτιά είναι λόγια μου
γκρινιάζουν όλοι
τη μια στίγμα χαμογελάνε
την άλλη με φτύνουν
ζητούν, κλέβουν πράγματα
που θα τους φανούν χρήσιμα
Τα χαρίζω, δεν παλεύω…
Όχι δεν είμαι τέτοιος
είμαι κάτι άλλο

      εξωπραγματικό!